Τί πρέπει να γνωρίζουν οι καταναλωτές για την πρόωρη εξόφληση των δανείων

Ο δανειολήπτης έχει επίσης την δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης του δανείου, πρόωρης δηλαδή αποδέσμευσης από τη δανειακή σύμβαση, υπό τον όρο αυτή να είναι αζήμια για τον δανειστή, όπως προβλέπει το άρθρο 324 ΑΚ. Ωστόσο, το δικαίωμα του δανειολήπτη να εξοφλήσει πρόωρα το δάνειο σχετίζεται και με τον ορθό υπολογισμό της επιβάρυνσης που πρέπει αυτός να επωμιστεί. Πράγματι η πρόβλεψη υπερβολικών ποινών ή αποζημίωσης υπέρ της τράπεζας για πρόωρη εξόφληση του δανείου συνεπάγεται δυσανάλογη δέσμευση του καταναλωτή, του οποίου ακυρώνει τη δυνατότητα να αποδεσμευθεί από μια επαχθή σχέση με υψηλό επιτόκιο και να συνάψει μια ευνοικότερη με χαμηλό επιτόκιο.

Α. Πρόωρη εξόφληση δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο : Η διατύπωση των συνεπειών πρόωρης εξόφλησης στους γενικούς όρους των δανειακών συμφωνητικών έδωσε λαβή σε καταναλωτικές διαφορές που κατέληξαν στα δικαστήρια. Σημαντική τομή προς την κατεύθυνση επίλυσης της διαφοράς αποτέλεσε η απόφαση 430/2005 του Αρείου Πάγου αναφορικά με την πρόωρη εξόφληση στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου, για τα οποία προβλεπόταν επιβάρυνση του δανειολήπτη για πρόωρη εξόφληση με ποσοστό 2,5 % επί του ποσού του δανείου.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν ο καταναλωτής προεξοφλεί στεγαστικό δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου και η τράπεζα επιβάλλει στον δανειολήπτη επιβάρυνση 2,5 % επί του ποσού του δανείου που προεξοφλείται, ο σχετικός όρος είναι καταχρηστικός, καθώς δεν αποδεικνύεται ζημιά της τράπεζας από την πρόωρη εξόφληση, δεδομένου ότι τα χρήματα που αποκτά η τράπεζα από την πρόωρη προεξόφληση τα εκμεταλλεύεται άμεσα για τη χορήγηση άλλων δανείων, επίσης με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Β. Πρόωρη εξόφληση δανείου με σταθερό επιτόκιο : Όσον αφορά τα δάνεια με σταθερό επιτόκιο, θα πρέπει το ύψος της ποινής προεξόφλησης να είναι σαφώς διατυπωμένο στη σύμβαση και να μην είναι αόριστο.

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή απηύθυνε σύσταση προς τις τράπεζες που χορηγούν δάνεια σταθερού επιτοκίου, στις συμβάσεις των οποίων συχνά προβλέπεται όρος για επιβολή οικονομικής επιβάρυνσης από το δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής του δανείου, να τροποποιήσουν τις τυποιποιημένες δανειακές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου, ως προς τον σχετικό όρο, προς την κατεύθυνση να προκύπτει από αυτόν η αιτία της επιβάρυνσης του δανειολήπτη, ο τρόπος υπολογισμού της επιβάρυνσής του και αναλυτικά τα κριτήρια βάσει των οποίων υπολογίζεται η επιβάρυνση αυτή, χάριν της αρχής της διαφάνειας που συνιστά θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή.

Με γνώμονα αυτήν ακριβώς την αρχή της διαφάνειας, επιπλέον δε επικαλούμενος τις αρχές της απαγόρευσης, αφενός μεν της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή, αφετέρου δε της εκ των προτέρων χωρίς σπουδαίο λόγο δέσμευσης του καταναλωτή, ώστε αυτός να μην ασκήσει τα νόμιμα κατά την εξέλιξη της σύμβασης δικαιώματά του,ο Άρειος Πάγος στην πρόσφατη υπ’ αριθ. 15/2007 απόφασή του που έλαβε σε Ολομέλεια (με μειοψηφία) ανέδειξε ως κριτήρια υπολογισμού της επιβάρυνσης της τράπεζας, τον χρόνο που απομένει από την προεξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανέιου και το ύψος των επιτοκίων κατά τη σύναψη και τη λήξη του δανείου. Επομένως, βάσει της απόφασης 15/2007 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το κέρδος ή η ζημία των τραπεζών από την πρόωρη εξόφληση δανείων σταθερού επιτοκίου εξαρτάται τόσο από μακροοικονομικούς παράγοντες, όπως είναι η διακύμανση των εξωτραπεζικών επιτοκίων, όσο και από μικροοικονομικούς παράγοντες, όπως το συμφωνηθέν επιτόκιο σε κάθε τραπεζική σύμβαση δανείου.

Έτσι, όπως επισημαίνει ο Συνήγορος του Καταναλωτή με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε στην ως άνω απόφαση, σύμφωνα με το σκεπτικό του Αρείου Πάγου οι τράπεζες, λόγω του ότι τα εξωτραπεζικά επιτόκια από τα τέλη του 2001 ήταν χαμηλότερα των σημερινών, περιέρχονται σήμερα σε ευνοικότερη θέση με την πρόωρη εξόφληση δανείων και την επιστροφή πρόωρα του υπολειπόμενου μέρους του κεφαλαίου τους, το οποίο μπορούν να διαθέσουν με υψηλότερο επιτόκιο χορηγήσεων από αυτό που είχαν εξασφαλίσει με τις αρχικές συμβάσεις δανείων.

Για το λόγο αυτό, οι τράπεζες θα έπρεπε, τουλάχιστον προτού προβούν στην επιβολή ποινής προεξόφλησης σε δανειολήπτες που ζητούν να εξοφλήσουν πρόωρα το δάνειο σταθερού επιτοκίου, να ελέγχουν προηγουμένως τη διαφορά των επιτοκίων, προκειμένου να μην χρειαστεί να καταφύγουν δικαστικά για να δικαιωθούν μετά από 10 περίπου χρόνια.

Οι γενικοί κανόνες που μπορεί να συναχθούν, με βάση την Ελληνική νομολογία και τη θεωρία, ως προς την προεξόφληση των δανείων είναι οι εξής : α) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να απογορεύσουν, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την προεξόφληση του δανείου, όταν ο δανειολήπτης επικαλείται σπουδάιο λόγο, β) η επιπλέον οικονομική επιβάρυνση καταβάλλεται ως αποζημίωςη, που καλύπτει τις συγκεκριμένες οικονομικές απώλειες της ράπεζας με βάση τους συντελεστές της αγοράς χρήματος και δεν διακιολογείται για δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο και γ) οι συπέπειες και οι επιβαρύνσεις της λύσης της δανειακής σύμβασης μέσω πρόωρης εξόφλησης πρέπει να αντιμετωπίζονται ανά περίπτωση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s